Robocop 30 χρόνια μετά: Ποιος το χέζει το remake;

Αυτό τον μήνα, τριάντα χρόνια πριν κυκλοφόρησε το πρώτο Robocop, και γνωρίσαμε τον κόσμο του Murphy και της OCP. Αργότερα, αρκετά sequel και ένα remake θα προσπαθήσουν να πιάσουν ξανά τη μαγεία, άλλα όλα απέτυχαν παταγωδώς. Το πρώτο Robocop είναι μία καταπληκτική science fiction ταινία, μία πολιτική σάτιρα με κύρια θέματα τον καπιταλισμό και την εμπορευματοποίηση, το gentrification, την πολιτική διαφθορά, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη φύση, κάτι πολύ παραπάνω από απλά μία ταινία δράσης που παρουσίασαν οι υπόλοιπες ταινίες.

Η ταινία παρουσιάζει επιδεικτικά και άμεσα την αισθητική της, και κατ' επέκταση τον κόσμο στον οποίο διαδραματίζεται, αφού αρχίζει με ένα τρίλεπτο δελτίο ειδήσεων το οποίο περιλαμβάνει διαφημίσεις, κάτι -τουλάχιστον για την Ελλάδα εκείνης της εποχής- ανήκουστο. Οι ίδιες οι διαφημίσεις βέβαια είναι "όλα τα λεφτά" καθώς παρουσιάζουν ακόμα πιο συγκεκριμένα την κατάσταση: Παιχνίδια που εμπορεύονται τον τότε αρκετά επίκαιρο πανικό μιας πυρηνικής καταστροφής, ειρωνικά κάτι που διάφορες ταινίες τότε προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν. Πανάκριβα αυτοκίνητα, χωρίς χρηστικότητα πέραν της "καγκουριάς". Ιδιωτικές εταιρίες που πουλάνε μηχανικές καρδιές. Αντικλεπτικό σύστημα αυτοκινήτου που προκαλεί ηλεκτροσόκ. Αποτελεσματικό αντιηλιακό με προειδοποίηση ότι προκαλεί καρκίνο του δέρματος, αλλά αφού υπάρχει η προειδοποίηση δεν υπάρχει πρόβλημα. Βεβαίως ο σκηνοθέτης Πολ Βερχόβεν χρησιμοποίησε την ίδια τακτική τόσο στο Total Recall όσο και στο Starship Troopers, αλλά η ειρωνεία, και το μαύρο χιούμορ είναι μάλλον πολύ πιο έντονα εδώ.

Το επόμενο σημαντικό στοιχείο που μαθαίνουμε είναι ότι οι μπάτσοι έχοντας αγοραστεί από την ιδιωτική OCP, η οποία επιβλέπει και την ανακατασκευή του παλιού Ντιτρόιτ σε Delta City, κατεβαίνουν σε απεργία. Βλέπουμε την γνώμη του κόσμου -γνωρίζουμε όλοι πόσο "αντικειμενική" μπορεί να είναι- και κάποιος λέει ότι δεν μπορούν να το κάνουν είναι δημόσιοι υπάλληλοι (public servants είναι η έκφραση). Εδώ το ζήτημα δεν είναι το αν ο δημόσιος τομέας, ή μάλλον καλύτερα μια υπηρεσία που είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει η παρούσα κοινωνία, μπορεί να απεργήσει (στον πραγματικό κόσμο μπορεί, γιατί πάντα υπάρχει έκτακτο προσωπικό σε τέτοιες περιπτώσεις), με το σχόλιο αυτό καταλαβαίνουμε αμέσως ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας: Ότι δεν γίνεται να τρέχουν τον κόσμο ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα κοιτάξουν το δικό τους συμφέρον, το κέρδος και την όποια επιρροή μπορούν να αποκτήσουν. Οι αστυνόμοι από την άλλη είναι και αυτοί εργαζόμενοι και μόλις αγοράστηκαν και περιμένουν απολύσεις, ενώ τα στάδια της εγκληματικότητας της πόλης που αστυνομεύουν είναι με το ζόρι λίγο καλύτερα από αυτά στο Predator 2. Σαν να μην είναι αρκετό αυτό, η ίδια εταιρία έχει αναλάβει αποκλείστηκα το gentrification της περιοχής. Από επιχειρηματικής σκοπιάς το εκμεταλλεύονται, "πουλώντας" το ότι η Delta City θα είναι καθαρή από έγκλημα, αλλά δείχνει όχι μόνο τον τρόπο που δρουν οι επιχειρήσεις, αλλά και τι μας επιφυλάσσει ένας καθαρά ιδιωτικός κόσμος, θέματα που είναι ακόμα πιο επίκαιρα σήμερα.


Βεβαίως με το που πάμε στο συμβούλιο της εταιρίας αντιμετωπίζουμε τον απόλυτο κυνισμό, μιας και μία από τις προτάσεις για την πάταξη του εγκλήματος είναι το ED-209, μία δολοφονική μηχανή όπου τα σχέδια για αυτό ακυρώνονται μόνο όταν συμβαίνει το ατύχημα, και ακόμα χειρότερα επανέρχονται στο προσκήνιο όταν το πρόγραμμα Robocop φαίνεται να έχει αποτύχει. Σημαντική είναι η αποκάλυψη, αργότερα στη ταινία ότι υπάρχουν ήδη έτοιμα συμβόλαια για την διανομή του στο στρατό, κάτι που είδαμε στο remake, χωρίς ο δημιουργός του -και κατ' επέκταση και η ίδια η εταιρία- να νοιάζεται για το ότι δεν λειτουργεί και φοβερά. Αλλά το χειρότερο είναι ότι πάνω στο άψυχο κουφάρι του υπαλλήλου που δολοφονεί το ED-209 και μετά το πρώτο σοκ, βλέπουμε ότι όλα συνεχίζονται κανονικά, με βασικό πρόβλημα το ότι το πρόγραμμα αποδεικνύεται αποτυχημένο, όχι το ότι υπάρχει ένα πτώμα στο γραφείο. Σε αυτή τη στιγμή ο δημιουργός του Robocop αρπάζει την ευκαιρία να εγκριθεί το πρόγραμμά του. Γίνεται αρκετά σαφές ότι κανένας δεν νοιάζεται πραγματικά για την σωστή αστυνόμευση, ούτε καν για την βίαιη πάταξη του εγκλήματος, παρά όλοι κοιτάζουν να αδράξουν την ευκαιρία και να τα τσεπώσουν. Το ED-209 βέβαια είναι η άψυχη μηχανή, ενώ ο Robocop είναι κάποιος που μπορεί να κρίνει, ακόμα και μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο κανόνων.


Αυτός ο κυνισμός είναι όμως που δημιουργεί τον Robocop, καθώς αφού σκοτωθεί ο Murphy βλέπουμε ότι το νεκρό του σώμα ανήκει στην OCP, και οι υπεύθυνοι της εταιρίας αντιμετωπίζουν ψυχρά αν θα κρατήσουν το χέρι του ή όχι και άλλα τέτοια. Επίσης τον αποκαλούν προϊόν και το πιο παράδοξο ότι η αστυνομία δεν έχει δικαιοδοσία πάνω του, παρά η εταιρία, πράγμα λογικό αφού τους έχουν αγοράσει, αλλά προφανώς ανεύθυνο, απαράδεκτο, και εμφανώς υπέρ του συμφέροντος και όχι του κοινού καλού. Σημαντική λεπτομέρεια είναι το ότι η συνάδελφος του Murphy, Lewis δεν είναι μία σεξοβόμβα, αν και ο κεντρικός θηλυκός χαρακτήρας. Ενάντια στο σεξισμό είναι και η σκηνή με τον βιαστή, πολύ πιο επιθετική βέβαια, αλλά από την άλλη μέσα στα πλαίσια της αποδεκτής βίας στον κόσμο που μας περιγράφεται. Μέσα στο test run ο Robocop έχει να αντιμετωπίσει ένα δημοτικό σύμβουλο ο οποίος έχει πιάσει όμηρο τον δήμαρχο και άλλους επίσημους, και ζητάει με την απειλή του όπλου την δημαρχία πίσω. Αυτό δείχνει όχι μόνο το σε τι επίπεδα έχει φτάσει η πόλη, αλλά και το ότι κάποιος που μπορεί να φτάσει σε αυτή τη κατάσταση μπορεί να έχει εκλεγεί ως δήμαρχος από τον κόσμο, κάτι επίσης επίκαιρο στις μέρες μας και ιδιαίτερα στην Ελλάδα (γκουχου-Μαρινάκης-γκουχου-Μπέος). Δεν μας δίνεται μία σαφή δικαιολόγηση στο γιατί έφτασε μέχρι εκεί, κάτι που μας κάνει να υποθέτουμε ότι δεν είναι εκτός του χαρακτήρα του. Είναι εξωφρενικό αν το σκεφτούμε λίγο γιατί (αν υποθέσουμε ότι εκλέχτηκε "καθαρά") ένα μέρος των πολιτών θεώρησε αρκετά λογικό να τον βάλει σε μία θέση εξουσίας. Βασικά είναι το ίδιο εξωφρενικό με το να παραδίδεται το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας σε γνωστό μαφιόζο/λαθρέμπορα...

Καταπληκτική λεπτομέρεια είναι η σατιρική εκπομπή με πρωταγωνιστή ένα χαρακτήρα βασισμένο πιθανότατα στον Benny Hill, όπου το τέλος της σκηνής καταλήγει πάντα με τη φράση "I'd buy that for a dollar". Τα σκηνικά που βλέπουμε, αλλά και η ίδια η φράση δείχνουν πολύ απλά αλλά τρομερά περιγραφικά πρώτα από όλα την απαράδεκτη κοινωνία στην οποία διαδραματίζεται η ταινία: σεξισμός, απόλυτη εμπορευματοποίηση, και γενικά αστεία με πράγματα που δεν θα έπρεπε να γελάμε, δοσμένα με χιούμορ κατώτερο του Σεφερλή. Όμως η εκπομπή προφανώς κάνει πάταγο, μιας και όλοι ξεκαρδίζονται. Κάτι βέβαια που είναι εμφανές και στο επιτραπέζιο Nuk-em, αλλά η παρουσίαση εδώ είναι ακόμα πιο τρομακτική, γιατί κρύβει τεράστιες ποσότητες ειρωνείας και κατάμαυρου χιούμορ. Η φράση προέρχεται από το sci-fi μυθιστόρημα "The Marching Morons" του C.M.Kornbluth, που εκεί βέβαια είναι "Would you buy it for a quarter?"


Δεν έχει μάλλον νόημα να δούμε αναλυτικά το σενάριο μιας και τα υπόλοιπα "επιφανειακά" είναι γνωστά μάλλον σε όλους. Όλα τα sequel ήταν απογοητευτικά, όχι γιατί ήταν κακές περιπέτειες, αλλά γιατί αν καταπιάνονταν με κάποια από τα θέματα της πρώτης ταινίας ήταν τελείως επιφανειακά, ή εντελώς διαστρεβλωμένα. Το Robocop έγινε μία παρωδία του ίδιου του του εαυτού, εκεί που σατίριζε την εμπορευματοποίηση τελικά την κυνήγησε μέχρι βλακείας. Το σενάριο της δεύτερης ταινίας το έγραψε ο Φρανκ Μίλερ ο οποίος για χρόνια παραπονιόταν ότι του το πετσόκοψαν. Πριν περίπου δεκαπέντε χρόνια κατάφερε να το κυκλοφορήσει σε comic μέσω της Avatar, βασισμένο στο σενάριο της ταινίας και ιδέες για την τρίτη, αλλά καλύτερα να μην μιλήσουμε άλλο για αυτό... Ο Robocop εμφανίστηκε αρκετά σε comics, κινούμενα σχέδια, παιχνίδια, έβγαλε τρεις συνολικά ταινίες, δύο διαφορετικές τηλεοπτικές σειρές και το remake του 2014. Το τελευταίο όχι μόνο δεν συγκρίνεται με το αυθεντικό, ακόμα και χωρίς τη σύγκριση είναι τουλάχιστον μέτριο.


Αλλά το πρόβλημα με το Robocop δεν είναι μόνο οι συνέχειες, αλλά και το ότι αντιμετωπίζεται σαν άλλη μία περιπέτεια με πρωταγωνιστή ένα ρομπότ μπάτσο, σπάνια αναγνωρίζεται ακόμα και η άπλετη σάτιρα που διακατέχει την πρώτη ταινία, αλλά μάλλον αυτές είναι εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί από τις συνέχειες, καθώς και στο ότι οι περισσότεροι εστιάζουν στην έντονη βία. Κρίμα γιατί κρύβει πολλά πράγματα κάτω από την επιφάνεια. Όλα τα παραπάνω είναι κάποιοι από τους λόγους που όχι μόνο δεν ενθουσιαστήκαμε με το remake, αλλά και δεν επιθυμούμε να δούμε κάτι αντίστοιχο, που δεν θα εστιάζει ή θα αναπτύσσει τα ίδια σημεία της αυθεντικής ταινίας, και δεν υπάρχει και λόγος, μιας και ακόμα τριάντα χρόνια μετά βλέπουμε ότι πολλά από τα μηνύματά της είναι επίκαιρα και σημαντικά. Ακόμα χειρότερα κάποια από αυτά έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μας.