Η Florence Jenkins ήταν μια "σοπράνο" που έγινε γνωστή, γιατί τραγουδούσε πραγματικά χάλια. Τον προηγούμενο Μάιο κυκλοφόρησε η βιογραφική ταινία για τη ζωή της, στην οποία πρωταγωνιστούν η Μέριλ Στριπ στον ομώνυμο ρόλο, ο Χιού Γκράντ ως ο σύζυγός της, ως μάνατζερ ο ηθοποιός St. Clair Bayfield και ο Σάιμον Χέλμπεργκ (γνωστός ως Howard Wolowitz στο Big Bang Theory), ως ο ακομπανιατέρ της, Κόσμε ΜακΜούν. Η ταινία περιγράφει τον τελευταίο χρόνο της ζωής της Florence, το πως οργανωνόντουσαν οι συναυλίες, πως αντιμετώπιζαν τους κριτικούς αλλά και τη συναυλία της στο Carnegie Hall. Μετά από αυτό, η γνωστή ιστορία του μουσικού που στην ερώτηση "Which way to Carnegie Hall?" απαντάει "Practice, practice, practice", μετατρέπεται σε παραμύθι για παιδιά.
Η πραγματική Florence Jenkins γεννήθηκε το 1868, στο Γουίλκς-Μπαρ της Πενσυλβάνια. Από μικρή θέλησε να σπουδάσει μουσική, αλλά ο πατέρας της την απειλούσε ότι θα την αποκληρώσει. Τελικά κλεφτήκανε με το γιατρό Dr. Frank Thornton Jenkins και παντρευτήκανε το 1885, στη Καλιφόρνια. Τον επόμενο χρόνο διαγνώστηκε με σύφιλη που είχε κολλήσει από τον άνδρα της, τον παράτησε και όπως λέει ο μύθος, δεν ξαναμίλησε για αυτόν ποτέ. Η ίδια δήλωνε ότι το 1902 εκδόθηκε το διαζύγιο, αλλά επίσημα έγγραφα δεν βρέθηκαν ποτέ.Ήθελε να γίνει πιανίστρια, αλλά κάποιος τραυματισμός στο χέρι της την εμπόδισε και έτσι έγινε καθηγήτρια πιάνου. Το 1909, γνώρισε τον ηθοποιό St. Clair Bayfield και οι δύο συζούσαν μέχρι το τέλος της ζωής της. Με το θάνατο του πατέρα της αργότερα την ίδια χρονιά, γίνεται κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας και αποφασίζει να κυνηγήσει τραγουδιστική καριέρα.
Εδώ είναι και που αρχίζουν τα περίεργα και το "ζουμί" της ιστορίας. Άρχισε να γίνεται μέλος σε διάφορες λέσχες της καλής κοινωνίας, ή και να φτιάχνει δικές της. Έτσι, με τα λεφτά της γινόταν υπεύθυνη των μουσικών εκδηλώσεων. Άρχισε να δίνει κλειστές συναυλίες μόνο για τα μέλη της λέσχης και έκανε εξαιρέσεις σε πολύ ειδικές περιπτώσεις - κάτι για το οποίο ήθελε να έχει αυτή και σύντροφός της τον απόλυτο έλεγχο, ώστε να αποφεύγει την έλευση αρκετών που θα την γιουχάρανε, μεταξύ των οποίων μουσικοκριτικοί. Όσοι από τους τελευταίους ήταν καλεσμένοι, τους εξαγόραζε. Όταν ακούς τις ηχογραφήσεις της, νομίζεις ότι είναι κάποιου είδους αστείο και τελικά οι ιστορικοί δεν έχουν καταλήξει για το αν δούλευε το κόσμο, ή αν την είχε ψωνίσει τελείως. Ακόμα χειρότερα, σχεδίαζε τα ρούχα που φόραγε στις παραστάσεις. Και για του λόγου το αληθές, εδώ μπορείτε να ακούσετε πως κατακρεούργησε τη "Βασίλισσα της Νύχτας" του Mozart.
Επιστρέφοντας στη ταινία, είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι στη ταινία δεν χρησιμοποιούνται οι ηχογραφήσεις της, παρά ότι η Μέριλ Στριπ προσπαθεί να μιμηθεί τον πραγματικά ανεπανάληπτο τρόπο που τραγούδαγε η Jenkins και κάνει πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να τραγουδάς επίτηδες χάλια. Αλλά και ο Σάιμον Χέλμπεργκ παίζει ο ίδιος πιάνο, οι παραγωγοί μεταφέρανε στο χαρτί ακριβώς τις νότες που παίζουν οι δύο τους στην ηχογράφηση, όλα τα σημεία όπου αλλάζουν νότες, πηδάνε μέτρα, τρέχουν, καθυστερούν κτλ. Οι ερμηνείες είναι γενικά σμιλευμένες με προσοχή και η αισθητική παρουσιάζει μάλλον αρκετά καλά το κλίμα της εποχής.
Όταν όμως τα ξεπεράσεις όλα αυτά, έχεις μια ταινία κομμένη και ραμμένη για υποψηφιότητα Όσκαρ και Χρυσής Σφαίρας, αλλά και μια αρκετά πολύ στάνταρ βιογραφική ιστορία με όλα τα κλισέ που μπορεί κανείς να περιμένει. Είναι από αυτές τις ταινίες, που δύσκολα θα σε ενδιαφέρουν αν δεν γνωρίζεις το θέμα ή/και το ιστορικό πρόσωπο. Αλλά όλα αυτά μπορούν να ξεπεραστούν. Το πραγματικό πρόβλημα της ταινίας, είναι ότι για να μπορέσει να κάνει την πρωταγωνίστρια αρεστή, η πραγματικότητα αλλοιώνεται σε βαθμό κακουργήματος. Είναι δύσκολο να θεωρήσεις ότι ο πραγματικός St. Clair Bayfield δεν εκμεταλλευόταν τη περιουσία της Florence για να πλουτίσει και ο ίδιος (αν και σύμφωνα με μαρτυρίες στη διαθήκη της του άφηνε μόνο 100.000 δολάρια), αλλά ακόμα και αν πιστέψουμε τις αγαθές προθέσεις του, όπως τις παρουσιάζει ο Χιού Γκραντ, είναι λίγο δύσκολο να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ακόμα και κάποιος που δεν έχει καμία σχέση με το τραγούδι μπορεί να κάνει καριέρα αν έχει λεφτά. Έτσι και αλλιώς η ίδια η Jenkins, όπως φαίνεται και στη ταινία, πλήρωνε μόνη της για τα πάντα, από τους συναυλιακούς χώρους, μέχρι την ηχογράφηση, τους μουσικοκριτικούς, ακόμα και το κοινό.
Σε ένα σύγχρονο παραλληλισμό θα μπορούσε να είναι ένα από τα "παρατράγουδα" της Αννίτας Πάνια, που μέσα στο δικό τους ντελίριο, τους εκμεταλλεύεται ένας σορός από ανθρώπους. Σε συνδυασμό με αυτό ,η ιστορία της είναι μια τρανή απόδειξη ότι αν έχεις λεφτά και είσαι μέρος της καλής κοινωνίας, θα μπορείς να έχεις πιο εύκολα ευκαιρίες για να πετύχεις αυτό που θες. Είναι γεγονός ότι μέλη της μουσικής κοινότητας της εποχής, την είχαν από κοντά μπας και καταφέρουν να τους βοηθήσει στην καριέρα τους. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην είχε καμία ιδέα ότι τραγουδάει χάλια, όπως το παρουσιάζει η ίδια, από τη στιγμή που κανόνιζε αυστηρά η ίδια τις προσκλήσεις σε κλειστού τύπου συναυλίες. Αντιθέτως, η ταινία τα καλύπτει όλα αυτά, με ένα πέπλο ωραιοποίησης για να μπορούμε να νιώσουμε πιο εύκολα συμπάθεια προς τους πρωταγωνιστές. Σίγουρα δεν πρόκειται από τη μία για ντοκιμαντέρ, αλλά από την άλλη πρόκειται για βιογραφική ταινία. Και τα στοιχεία που παραλείπονται, είναι αν μη τι άλλο ουσιώδη για τη ζωή της χειρότερης τραγουδίστριας του κόσμου.
Μπόνους: ο ελληνικός τίτλος "Φάλτσο Σοπράνο" είναι άλλο ένα πραγματικό έπος. Θα ήταν λίγο καλύτερος αν ήταν "Μια τρελή τρελή σοπράνο", "Σοπράνο για κλάματα" και άλλα χαριτωμένα που μας έχουν συνηθίσει.



